Σημειώσεις

- Η εξάπλωση του κάθε είδους στη Σύρο αναφέρεται αποκλειστικά στις περιοχές όπου αυτό απαντήθηκε απο τον γράφοντα.
- Η λεζάντα κάθε εικόνας εμφανίζεται όταν αφήσετε τον κέρσορα του ποντικιού πάνω στην φωτογραφία.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Hymenonema graecum (L.) DC.

κ. Αλεντρίδα, Ανδραλίδα (Μύκονος)




Πολυετής πόα με αδενώδεις, χνουδωτούς βλαστούς και λοβωτά φύλλα. Το φυτό είναι αρκετά ψηλό (20 - 70 εκ.) και φέρει 1 έως 3 κίτρινες ταξιανθίες (κεφάλια), τα γλωσσόμορφα ανθίδια των οποίων φέρουν ορισμένες φορές, ιώδεις κηλίδες στη βάση τους. Το περίβλημα των ταξιανθιών αποτελείται από πολυάριθμα ωοειδή ή επιμήκως οωειδή, γυμνά βράκτια οι παρυφές των οποίων ενίοτε είναι οδοντωτές. Ο πάππος του φυτού δεν φέρει τρίχες. 
Είδος ενδημικό της Ελλάδας, το οποίο απαντά μόνο στις Κυκλάδες και τη δυτική Κρήτη, σε βραχώδεις θαμνώνες, ξηρά λιβάδια και πρανή δρόμων.  
Πασίγνωστο και πολύ συχνά απαντώμενο φυτό της συριανής χλωρίδας, η αλεντρίδα θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα "χόρτα του βουνού" και είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στους συριανούς "χορτοσυλλέκτες" οι οποίοι συχνά την αποκαλούν την "βασίλισα των χόρτων". 
Φωτ. (1), (2), (3) 03/05/2012, (4) 23/02/2013, Επισκοπείο.

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Quercus ithaburensis subsp. macrolepis (Kotschy) Hedge & Yalt.

Δρυς η μακρολέπιος
κ. βαλανιδιά, ήμερη βελανιδιά, δένδρο, νιζάρο καθώς και αιγίλωψ ή ήμερη κατά τον Θεόφραστο
Πρόκειται για ένα φυλλοβόλο ή ημιαειθαλές δένδρο, ισχυρό με χονδρό κορμό και κλαδιά και ύψος μέχρι 10μ., ενίοτε μέχρι 15μ.
Ο φλοιός του είναι καστανόχρωμος με βαθιές σχισμές, ενώ οι νεαροί κλαδίσκοι του φυτού είναι γκριζωποί ή κοκκινόχρωμοι και πυκνά πιληματώδεις.
Η κόμη των δένδρων είναι πλατιά με τα δερματώδη φύλλα να εκπτύσσονται σε όλο το βλαστό. Το σχήμα των φύλλων είναι ποικιλόμορφο, συνήθως ωοειδές ή επιμήκες με καρδιοειδή ή στρογγυλεμένη βάση. Οι παρυφές τους είναι λοβωτές με σχεδόν τριγωνικούς λοβούς οι οποίοι καταλήγουν σε ένα μικρό αγκαθάκι (ακίδα). Η άνω επιφάνεια των φύλλων είναι πρασινόχρωμη αρχικά τριχωτή και στη συνέχεια γυμνή ενώ η κάτω είναι γκριζοπράσινη και καλύπτεται από πυκνό τρίχωμα.
Τα αρσενικά άνθη εμφανίζονται σε κρεμάμενους μασχαλιαίους ιούλους και τα θηλυκά σε σχεδόν απόδισκα, σταχυόμορφα κεφάλια.
Ο καρπός είναι κάρυο (βελανίδι) με κοίλη ή αμβλεία κορυφή. Το κύπελλο του βελανιδιού είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ως προς το μέγεθος του (καθώς είναι αρκετά μεγάλο σε σχέση με αυτό των υπόλοιπων ειδών της χώρας) αλλά και λόγω των επιμήκως γραμμοειδών βρακτίων του τα οποία ανώτερα εκ των οποίων συχνά επιμηκύνονται με ποικίλη διάταξη. Η ωρίμανση των καρπών είναι διετής.
Πρόκειται για είδος ολιγαρκές, θερμοξηρόβιο και φωτόφιλο με μικρές απαιτήσεις ως προς το έδαφος το οποίο απαντά στην Βαλκανική χερσόνησο, την ΝΑ Ιταλία και την Ανατολία.
Τα πλούσια σε δεψικές ουσίες κύπελλα χρησιμοποιούνταν παλαιότερα στη βαφική και τη βρυσοδεψία. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Π. Γ. Γεννάδιο, η Ελλάδα εξήγαγε, το πάλαι ποτέ, στην Ευρώπη για το σκοπό αυτό περίπου 8.000 τόνους κυπέλλων κάθε χρόνο. Σήμερα, ο ρόλος των μεμονωμένων ατόμων, των λόχμών ή συστάδων και σπανιότερα των δασών βελανιδιάς είναι περισσότερο αισθητικός, αποτελώντας αναπόσπαστο στοιχείο του τοπίου πολλών περιοχών.
Στην αρχαιότητα, οι δρύες ήταν αφιερωμένες στον πατέρα των θεών, το Δία, καθώς θεωρούνταν ως τα πιο γερά δένδρα. Στη Δωδώνη μάλιστα, ο θεός καλούνταν κάτω από την κόμη μιας δρυός και όταν αυτός δέχονταν τις παρακλήσεις των πιστών θεωρούνταν πως δήλωνε το παρών μέσω του θροϊσματος των φύλλων του δένδρου και το κελαϊδίσματος των πουλιών.
 Στην Ελλάδα εμφανίζεται στην Κρήτη, στην Πελοπόννησο, στην Αττική, στην Αιτωλοακαρνανία, στην Ήπειρο, τα Επτάνησα, στη Θεσσαλία, στην Εύβοια, στη Θράκη, στα νησιά του Β και Α Αιγαίου, στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα. Συνήθως, εμφανίζεται είτε σποραδικά, είτε σε μικρές ή μεγαλύτερες συστάδες και σπανιότερα δημιουργεί εκτεταμένα δάση, όπως στην περίπτωση του Ξηρόμερου στο Δ τμήμα του νομού Αιτωλοακαρνανίας ή στον Άη Στράτη. 
Σύμφωνα με τον Ντάφη Σπ. (2010), σήμερα είναι το μόνο είδος δρυός το οποίο σχηματίζει σπερμοφυείς συστάδες. Απουσιάζει από το εσωτερικό της χώρας και τα μικρά νησιά. Μεμονωμένα άτομα εμφανίζονται επίσης μέσα στη ζώνη των γεωργικών καλλιεργειών, ενώ στη Ρόδο απαντά συχνά μέσα σε ελαιώνες.
Στη Σύρο, απαντούν μεμονωμένα άτομα ή μικρές ομάδες δένδρων σε προστατευμένους από τη βόσκηση φρυγανότοπους ή όρια χέρσων καλλιεργείων στην Απάνω Μεριά, Επισκοπείο και Γαλησσά. Πρόκειται για ένα μάλλον σπάνιο είδος για το νησί, με λίγα άτομα μεγάλης ηλικιάς αλλά με αρκετά καλούς ρυθμούς φυσικής αναγέννησης. Πρόκειται για το μόναδικό αυτοφυές, καθαρά δενδρώδες είδος του νησιού και περιέργως, η υπάρξη του στο νησί πρωτοαναφέρθηκε μόλις το 2006, στην πτυχιακή εργασία σχετικά με τη χλωρίδα του νησιού, από τον γράφοντα.
Φωτ. (1), (2), (3), (4) & (5) 11/05/2013, Γαλησσάς

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Linaria triphylla (L.) Mill.

Λιναρία η τρίφυλλος

Ετήσια πόα μικρού ή μεσαίου μεγέθους (ύψος μεταξύ 10 - 40 εκ.) η οποία διακρίνεται εύκολα λόγω της πυκνής κορυφαίας ταξιανθίας του (βότρυς), η οποία φέρει μεγάλα τρίχρωμα άνθη καθώς και λόγω των γλαυκόχρωμων ωοειδών έως ελλειψοειδών φύλλων του βλαστού. Η διάταξη των φύλλων στο ίδιο άτομο μπορεί να ποικίλει μεταξύ της ανά 3 σε σπονδύλους που είναι και η συνηθέστερη και της κατ' εναλλαγή. 
Τα άνθη όπως προαναφέρθηκε είναι τρίχρωμα, κιτρινόλευκα με πορτοκαλί φάρυγγα, ενώ φέρουν και ιώδες και σπανιότερα πορτοκαλί, κυρτό πλήκτρο. Ο καρπός είναι κάψα.
Είδος των Μεσογειακών χωρών, απαντά σε καλλιεργούμενες εκτάσεις και χέρσους αγρούς.
Στη Σύρο θα το συναντήσουμε σποραδικά, σε χωράφια και γενικότερα σε ανοικτές θέσεις με εμφανή ανθρωπογενή παρέμβαση. 
Φωτ. (1) & (3), 05/03/2013 Δανακός, (2) 04/04/2015 Παρακοπή

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Colus hirundinosus Cavalier & Séchier

Κόλος ο βδελόμορφος, ηλακάτη η βδελοειδής

Το συγκεκριμένο μανιτάρι αναπτύσσεται υπογείως και στη συνέχεια αναδύεται στο έδαφος έχοντας τη μορφή αυγού ή βολβού. Μετά αναπτύσσεται από το εσωτερικό του κατακόρυφα προς το έδαφος το σπογγώδες τμήμα του το οποίο έχει μορφή δικτυωτού πλέγματος, ύψους 4 έως 6 εκ. Το πλέγμα αποτελείται από 5 έως 12 βραχίονες, οι οποίοι προς την κορυφή σχηματίζουν ένα κοκκινόχρωμο δίκτυο από πολύγωνα, η επιφάνεια των οποίων καλύπτεται από ένα γλοιώδες, δύσοσμο υγρό το οποίο περιέχει τα σπόρια. Είναι ένα μικρό μανιτάρι το οποίο εύκολα μπορεί να μην το προσέξεις. Η μυρωδιά του θυμίζει κόπρανα ή σάπιο κρέας και προσελκύει έντομα τα οποία διασπείρουν τα σπόρια.
Η μορφή του είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική με αποτέλεσμα να μην συγχέεται με κάποιο άλλο είδος. Πρόκειται για ένα ευρύτατα διαδεδομένο είδος το οποίο απαντά στην νότιο Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική, την Αυστραλία και την Καραϊβική. Παρόλο το πλατύ εύρος της γεωγραφικής του εξάπλωσης το συγκεκριμένο μανιτάρι θεωρείται σπάνιο.
Στην Ελλάδα πρωτοπεριγράφηκε πρόσφατα (2002) και εμφανίζεται σε παραθαλάσσιες θέσεις, σε ανοικτούς θαμνώνες και φρύγανα.
Στη Σύρο, συλλέχθηκε και φωτογραφήθηκε σε παραθαλάσσια θέση που κυριαρχεί η Lavandula stoechas (λεβάντα).
Φωτ. (1), (2), (3) & (4), 06/01/2011 Κόμητο.

Phallus impudicus L.

Φαλλός ο ξεδιάντροπος, κ. βρωμομανίταρο, κερατιλίκι

[Περπατάμε σήμερα σε διαφορετικά μονοπάτια από τα συνηθισμένα, ασχολούμενοι με τη μυκητοχλωρίδα (κάτι το οποίο δεν κατέχω ιδιαίτερα) αλλά καθώς το φωτογραφικό υλικό υπάρχει και η αναγνώριση των ειδών είναι ασφαλής, δε βλέπω το λόγο να μην ξεμακρύνω λίγο από τον τίτλο του ιστολογίου και με συναίσθηση της "αμαρτίας" μου να συμπεριλάβω και κάποια μανιτάρια.]



Το συγκεκριμένο μανιτάρι αναπτύσσεται αρχικά υπογείως και στη συνέχεια εμφανίζεται στην επιφάνεια του εδάφους με τη μορφή μικρού λευκόχρωμου αυγού, λείου ή ελαφρώς πτυχωτού. Στη συνέχεια το στέλεχος αναπτύσσεται, επιμηκύνεται και σχίζει το κάλυμα του "αυγού" (περίδιο), τα υπολείμματα του οποίου σχηματίζουν μια μικρή θήκη στη βάση του. Το στέλεχος είναι λευκόχρωμο, κυλινδρικό, μαλακό, σπογγώδες και κενό εσωτερικά.Η κεφαλή του στελέχους έχει μορφή βαλάνου, η επιφάνεια της φέρει ρηχές κυψέλες και καλύπτεται από ένα γλοιώδες λαδοπράσινο ύγρο το οποίο περιέχει τα σπόρια. Το υγρό αυτό είναι ιδιαίτερα δύσοσμο (το συγκεκριμένο μανιτάρι πρώτα το μυρίζεις και μετά το βλέπεις) ώστε να προσεκλύει έντομα τα οποία χρησιμοποιεί για τη διασπορά των σπορίων τους.
Η ιδιαίτερη και χαρακτηριστική του μορφή είναι αυτή που του έδωσε και το επιστημονικό όνομα, Φαλλός. Μάλιστα, σύμφωνα με την παράδοση, στη βικτωριανή Αγγλία, αρκετοί "ενάρετοι" πολίτες θεωρώντας πως το φαλλικό σχήμα του συγκεκριμένου μανιταριού "σκανδαλίζει τα ήθη", το κατέστρεφαν στο στάδιο του αυγού, πριν αναπτυχθεί το στέλεχος του και καρπίσει. 
Θεωρείται αρκετά συνηθισμένο είδος το οποίο εμφανίζεται σε μεγάλους αριθμούς.
Στη Σύρο, έχει απαντηθεί μια φορά σε θαμνώνες πουρναριού και αρευστιάς.
Φωτ. (1), (2), (3) & (4), 29/12/2010, Επισκοπείο

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Gladiolus illyricus W. D. J. Koch

Ξιφίον το ιλλυρικό
κ. σπαθόχορτο, σπαθίνακας, αγριοκόκκορος, γλαδιόλα

Πρόκειται για μια πολυετή, βολβώδη πόα το ύψος της οποίας δεν ξεπερνά τα 50 εκ.
Τα άνθη του γένους είναι ζυγόμορφα (έχουν μόνο ένα άξονα συμμετρίας) και φέρονται από 3 έως 10 σε στάχυ, ο οποίος σπανιότερα εμφανίζει και δευτερεύοντες κλάδους (συνήθως στα μεγαλύτερου μεγέθους άτομα). Το περιάνθιο είναι κοκκινο-ιώδες με τα κατώτερα πέταλα να φέρουν ενίοτε λευκόχρωμες κηλίδες ή γραμμώσεις, ενώ οι ανθήρες των στημόνων είναι ισομήκεις ή κοντύτεροι των νημάτων. 
Τα σπέρματα του φυτού φέρουν πτερύγιο και περιέχονται σε αντίστροφα ωοειδείς  ή ελλειψοειδείς κάψες.
Είδος με ιδιαίτερα έντονη ποικιλομορφία σε ότι αφορά τη μορφή των φύλλων και των ανθέων του. Προσωπικά, η ασφαλής αναγνώριση των δειγμάτων ήταν αρκετά δύσκολη καθώς τα είδη που απαντούν στην Ελλάδα διακρίνονται δύσκολα μεταξύ τους και απαιτείται η γνώση αρκετών διαφορετικών χαρακτήρων οι οποίοι είναι διαθέσιμοι σε διαφορετικές εποχές του έτους. 
Το γένος Gladiolus αποτελείται από περίπου 180 είδη τα οποία απαντούν, κυρίως στην Β. Αφρική, με "ολιγομελή" αντιπροσώπευση του στη Μεσόγειο και την Δ. Ασία.
Το ξιφίον το ιλλυρικό απαντά στην κεντρική, δυτική και νότιο Ευρώπη σε ανοικτά δάση, θαμνώνες, φρύγανα και χέρσες εκτάσεις, ενώ διάφορα είδη του γένους εμφανίζονται συχνά και ως ζιζάνια καλλιεργούμενων εκτάσεων. 
Το σπαθόχορτο πιθανόν να ήταν ο υάκινθος των αρχαίων Ελλήνων, ο οποίος σύμφωνα με τη μυθολογία φύτρωσε από το αίμα του Υάκινθου που σκότωσε κατά λάθος ο θεός Απόλλωνας και για τον λόγο αυτό, σύμφωνα πάντα με το μύθο, σχηματίζονται στα πέταλα του φυτού τα γράμματα ΥΑ.
Η γλαδιόλα ονομάζεται και σπαθόχορτο λόγω του σχήματος των φύλλων της που ομοιάζουν με σπαθιά και δεν θα πρέπει να συγχέεται με το σπαθόχορτο (Hypericum sp.) από το οποίο παράγεται το σπαθόλαδο και το οποίο πήρε την ονομασία του λόγω της χρήσης του για την επούλωση τραυμάτων τα οποία είχαν προκληθεί από ξίφη. 
Στη Σύρο, έχει κατά καιρούς αναφερθεί η ύπαρξη δυο ειδών άγριας γλαδίολας, του προαναφερθέντος και του G. italicus. Επίσης, στο "Vascular plants of Greece: an annotated checklist" (2014), αναφέρεται για τις Κυκλάδες μόνο η ύπαρξη του είδους G. italicus.
Tα φυτά, όμως,  τα οποία μέχρι στιγμής έχουν απαντηθεί ανήκουν στο είδος G. illyricus, οπότε παραμένει ακόμη με ερωτηματικό η ύπαρξη του δεύτερου είδους στο νησί. Κατά κανόνα, τα φυτά εμφανίζονται μεμονωμένα ή ανά λίγα άτομα μέσα σε φρυγανότοπους, χωρίς να σχηματίζουν μεγάλους πληθυσμούς. 

Φωτ. (1) & (2), 06/04/2010 Γαλησσάς, (3), 13/05/2015 Αμπέλα.



Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Serapias carica (H. Baumann & Künkele) P. Delforge

Πολυετής κονδυλόριζα πόα με ύψος που δεν ξεπερνά τα 35 εκ. Τα φύλλα του φυτού στη βάση του είναι λογχοειδή και χωρίς στίγματα ενώ τα ανώτερα είναι μικρότερα και βρακτιόμορφα. 
Η ταξιανθία αποτελείται από σκουρόχρωμα, μεγάλα σε μέγεθος άνθη. Τα άνθη είναι σταχτο-ιώδη στο εξωτερικό τους με ιώδεις νευρώσεις και ιώδη στο εσωτερικό τους, φέροντα ανοιχτόχρωμες τρίχες οι οποίες φτάνουν μέχρι την άκρη του επιχειλίου. Τα βράκτεα των ανθέων είναι ομοιόχρωμα με τα άνθη και μικρότερα ή ισομήκη του καλύπτρου (θόλου) του άνθους. 
Η ανθοφορία λαμβάνει χώρα μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου, με το φυτό να απαντά σε ηλιόλουστες ή ελαφρώς σκιασμένες θέσεις σε φρύγανα, θαμνώνες, ελαιώνες και χέρσους αγρούς.
Είδος των νησιών του Αιγαίου Πελάγους (Κυκλάδες, νησιά Αν. Αιγαίου) και των Μεσογειακών ακτών της Ανατολίας.
Το γένος Serapias οφείλει το όνομα του στον θεό της γονιμότητας Serapis, ο οποίος λατρεύονταν στην αρχαία Αίγυπτο. Ο Διοσκορίδης ήταν αυτός που χρησιμοποίησε πρώτη φορά την ονομασία Serapias για να περιγράψει μια ορχιδέα η οποία πιθανότατα να θεωρούνταν πως έχει αφροδισιακές ιδιότητες. 
Είναι ένα Μεσογειακό γένος με εύρος εξάπλωσης προς δυσμάς από τις Αζόρες και τις Κανάριες νήσους προς ανατολάς μέχρι τον Καύκασο και φτάνοντας βόρεια μέχρι την Βρεττάνη. Ως γένος είναι εύκολα διακριτό από τα υπόλοιπα γένη ορχιδέων, λόγω των χαρακτηριστικών ανθέων του, όμως αποτελείται από πολυάριθμα είδη τα οποία ομοιάζουν αρκετά μεταξύ τους, καθιστώντας κατά συνέπεια την ασφαλή αναγνώριση τους δύσκολη. 
Το συγκεκριμένο είδος όπως και η μονανθής ποικιλία του κατατάσσονται από την Euro+Med Plantbase, στο υποείδος Serapias orientalis (Greuter) H. Baumann & Künkele subsp. orientalis, μαζί με αρκετά ακόμη taxa (π.χ. Serapias patmia, S. cycladum κ.α.)  τα οποία θεωρούνται από διάφορους ερευνητές ως διακριτά είδη. 
Στη Σύρο, εκτός από το τυπικό είδος, το οποίο είναι αρκετά σύνηθες, απαντά και η ποικιλία Serapias carica var. monantha (φωτ. 3), η οποία μορφολογικά είναι όμοια με την S. carica, όμως τα φυτά της ποικιλίας αυτής είναι κοντύτερα και φέρουν μόνο ένα άνθος. Η ποικιλία αυτή περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1999 από το νησί της Κιμώλου και έκτοτε η εμφάνιση της έχει αναφερθεί από διάφορα νησιά των Κυκλάδων (Άνδρος, Τήνος, σύμπλεγμα Μήλου, Πάρος, Αντίπαρος, Αμοργός, Αστυπάλαια). Θεωρείται ως τοπικό και σπάνιο και συχνά εμφανίζονται μεμονωμένα άτομα μαζί με το τυπικό S. carica και σπανίως σχηματίζουν αμιγείς πληθυσμούς. 
Ο P. Delforge, αναφέρει στα σχόλια του για ένα άλλο μονανθές, είδος αυτή τη φορά, Serapias, τη S. cycladum,  πως για άγνωστους λόγους, μονανθή άτομα Serapias είναι συχνά στις Κυκλάδες και συνήθως ανθίζουν τον Απρίλιο.


Φωτ. (1) 01/04/2015 Αζόλιμνος, (2) 07/04/2014 Γριά Σπηλιά & (3) 15/04/2015 Γριά Σπηλιά.